κοινωνικοπολιτικα
Για τη λεγόμενη «πολιτική ορθότητα» (Τρεις εικόνες, τρία άρθρα κι ένα επιμύθιο).

Για τη λεγόμενη «πολιτική ορθότητα» (Τρεις εικόνες, τρία άρθρα κι ένα επιμύθιο).

ΤΡΕΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

Χάζευα – πριν από κάποια χρόνια – τους τίτλους της βιβλιοθήκης ενός δημοτικού σχολείου ορεινής περιοχής και ξεφύλλιζα κάποια από τα βιβλία που υπήρχαν εκεί, καθώς περίμενα να περάσει η ώρα για μια συνάντηση που επρόκειτο να γίνει στο σχολείο, το θέμα της οποίας ούτε που μπορώ να θυμηθώ σήμερα.

 

Αυτό που θυμάμαι όμως, είναι η – ισχυρή αλλά αλγεινή – εντύπωση που μου ΄κανε ένα λεξικό που… κοσμούσε τα ράφια της σχολικής βιβλιοθήκης και κάποια στιγμή έπεσε στα χέρια μου. Δεν ξέρω γιατί τράβηξε αρχικά την προσοχή μου, όμως γνωρίζω πολύ καλά γιατί τη διατήρησε στη συνέχεια. Τυπωμένο κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, απέπνεε ήδη από το εξώφυλλο μια απροσδιόριστη… αυστηρότητα, η οποία βέβαια προσδιοριζόταν σαφέστατα στη συνέχεια, από το introduction ακόμη.

Πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από εισαγωγές και εξώφυλλα βέβαια, είχαν οι ορισμοί των ίδιων των λημμάτων του, για τα οποία δεν χρειαζόταν καν να επιλέξει κάποιος ιδιαίτερα  «ευαίσθητους» όρους, προκειμένου γρήγορα να καταλάβει ότι η ιδεολογική/κοινωνική/πολιτική στράτευση του συγγραφέως, όπως πιθανότατα  και οι κυρίαρχες κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής, βάρυναν στο πόνημα (λεξικό που θα πήγαινε σε δημοτικά σχολεία, κι όχι πολιτικό δοκίμιο…) πολύ περισσότερο από την «ψυχρή ματιά» που θα περίμενε κανείς να του εξασφαλίζει ο επιστημονικός του χαρακτήρας, την επάρκεια του οποίου παρά ταύτα δεν έχω έτσι κι αλλιώς σκοπό να αμφισβητήσω.

Είναι «κρίμα» που δεν κράτησα σημειώσεις για τα προαναφερθέντα, τα οποία τώρα μόνο από μνήμης μπορώ σε περιορισμένη έκταση να ανακαλέσω και για αυτό δεν τα θα τα εκθέσω επακριβώς, αλλά συνοπτικά και επιδιώκοντας κυρίως να αναδείξω το πνεύμα με το οποίο ήταν διαποτισμένο το λεξικό, που σε κάθε σχεδόν λέξη του, έδινε την αίσθηση ότι  μιλάει ολοζώντανος μπροστά σου ο ίδιος ο δημιουργός του, με την καθώς πρέπει εμφάνιση, τη σπουδαιοφανή έπαρση και το στερούμενο κάθε επιείκειας διαπεραστικό βλέμμα. Θυμάμαι ας πούμε ότι η λέξη «γυναίκα» είχε σε πολλές ετυμολογικές, νοηματικές, ερμηνευτικές προσεγγίσεις την «τιμητική» της. Άλλοτε ως «παλιογυναίκα» (κι ως «παλιοθήλυκο») ή «βρωμογυναίκα» (εννοείται και ως «βρωμοθήλυκο»), άλλοτε ως «ελεεινή», «αισχρή» π.χ στο λήμμα «πόρνη», άλλοτε ως «ανόητη», «πονηρή», «ελαφρόμυαλη», «διαβολική» σε όλα τα (πολυάριθμα) λήμματα που είχαν να κάνουν με τον προσδιορισμό της «γυναίκας ελαφρών ηθών» (ως γνωστόν «άνδρες ελαφρών ηθών» δεν υπάρχουν, τα έχουν όλοι… βαριά τα ήθη). Από κοντά να προσεγγίζονται σε παρόμοιο μοτίβο  και τα παιδιά/έφηβοι, που μπορούσαν να είναι «κωλόπαιδα», «παλιόπαιδα», «βρωμόπαιδα»,»τσογλάνια», «μπάσταρδα», οι «ανώμαλοι» (γυναίκες και άνδρες στα λήμματα «πούστης», «αντρογυναίκα» και άλλα χαριτωμένα), οι «αλήτες», οι «καθυστερημένοι», αλλά κι οι κομμουνιστές, οι… Βούλγαροι, και γενικώς ό,τι τραβάει η ψυχή του – μονίμως ευρισκομένου υπό απειλητική επιβουλή – «εθνικού κορμού» να θεωρεί «κίνδυνο», «εχθρό», ή  «ενεργούμενο της νέας τάξης των πραγμάτων» σύμφωνα με μια σχετικά πρόσφατη ορολογία, και τα ρέστα. Τώρα που το σκέφτομαι παρεμπιπτόντως, την έχω την «προβοκατόρικη» απορία, πώς θα όριζε μια υποθετική επανέκδοση του προαναφερθέντος λεξικού, λέξεις όπως «αμφιφυλόφιλος», «παρενδυτικός» και λοιπά…

Αρκετό καιρό αργότερα, βρέθηκα σε μια παρέα όπου ανάμεσα σε άλλες κουβέντες μεταξύ τυρού και αχλαδιού, τέθηκε και το θέμα της  ασαφούς και  μεταβαλλόμενης έννοιας της «πολιτικής ορθότητας». Το «πόρισμα» δεν ήταν πολύ πρωτότυπο κι ούτε βέβαια υπήρχε διάθεση εμβάθυνσης ή «ολόπλευρου φωτίσματος του ζητήματος». Κινήθηκε στο πλαίσιο όχι ακριβώς του «ναι μεν αλλά», μα του «Ναι. Φτάνει να μην…».

 

Μιλώντας φερ΄ ειπείν για το παράδειγμα του λεξικού: Ασφαλώς, όχι μόνο αντανακλούσε, αλλά μεγέθυνε κιόλας συγκεκριμένα κοινωνικά στερεότυπα. Τα ενίσχυε μάλιστα με «επιστημονικό κύρος», μπορούμε κιόλας να πούμε με σημερινούς όρους τα καθιστούσε «αυτονόητα» («Μα εγώ τα λέω ρε φίλε, τα λεξικά τα γράφουν…») και αδιαμφισβήτητα. Οπότε, δεν είναι προφανές ότι έχει νόημα να αντιστέκεται κανείς γενικότερα στην ιδεολογική χρήση της επιστήμης, αλλά και να διεκδικεί την υιοθέτηση (ή τεκνοθέτηση…) όρων ουδέτερων ή τουλάχιστον όρων λιγότερο φορτισμένων τόσο εκ μέρους των μεμονωμένων επιστημόνων ή της ακαδημαϊκής κοινότητας, όσο και εκ μέρους κάθε φορέα δημόσιου λόγου ώστε αλυσιδωτά να φτάσουμε στον περιορισμό της επιρροής των στερεοτύπων σε όλη την κοινωνία;

«Είναι προφανές» ήταν η πλειοψηφούσα άποψη, αλλά για κανέναν και καμιά δεν τελείωνε εκεί το ζήτημα, μιας και ακολουθούσαν οι συνηθισμένες ενστάσεις: «Το να πεις ένα άτομο με αναπηρία, άτομο με ειδικές ανάγκες ή ειδικές ικανότητες δεν λύνει σε καμιά περίπτωση το ζήτημα του συγκεκριμένου τύπου ρατσισμού».

Τα πράγματα βέβαια για άλλους κι άλλες (της…μειοψηφίας)  πήγαιναν πολύ παρακάτω: Όχι δεν είναι πια και τόσο προφανές! Διότι  δεν είναι «μόνο» οι διαπιστωμένες περιορισμένες δυνατότητες ενός «προοδευτικού κώδικα δεοντολογίας»  να επιτύχει σημαντικά θετικά αποτελέσματα στο επίπεδο της εξάλειψης των προκαταλήψεων, είναι κυρίως  το ότι επί της ουσίας συσκοτίζει τα γενεσιουργά αίτια και τους λόγους που εμφανίζονται και ισχυροποιούνται αυτές οι προκαταλήψεις. Δεν ξύπνησαν μια μέρα στην Αμερική και είπαν «αυτούς θα τους λέμε μαύρους» με όλες τις συμπαραδηλώσεις που συνοδεύουν τον όρο. Ήταν η υλική πραγματικότητα και οι ανάγκες για υπερεκμετάλλευση ανθρώπων που γέννησαν τις θεωρίες για «κατώτερες φυλές» (που δεν πειράζει να είναι δούλοι αφού δεν είναι και… εντελώς άνθρωποι) και όχι το αντίθετο. Με το να  νομίζει – ή να παριστάνει πως νομίζει κανείς –  ότι προσπαθώντας να κάνει σήμερα τους ανθρώπους να ξυπνήσουν τώρα μια μέρα και να πουν «δεν θα  τους ξαναπούμε μαύρους, αλλά αφροαμερικανούς», θα εξαλείψει ή θα δώσει αποφασιστικό χτύπημα στον ρατσισμό αφήνοντας απέξω την πραγματική ταμπακιέρα, όχι μόνο πλανάται, αλλά μεγεθύνει τον αποπροσανατολισμό.

Αυτός ο συλλογισμός, του «όχι και τόσο προφανούς» δεν ολοκληρωνόταν με τα παραπάνω. Κατέληγε σε μια επόμενη σκέψη: Η «πολιτική ορθότητα», ως γνήσιο τέκνο του μεταμοντερνισμού (άλλος ένας όρος που πάει με όλα…)  αφ΄ ενός αποτελεί τη σημαία του ενσωματώσιμου κι επομένως εξ ορισμού ενδοσυστημικού και υποκριτικού  «προοδευτισμού», αφ΄ ετέρου αποτελεί την «έμπνευση» για μια σειρά άλλες προωθούμενες  «ορθότητες» της mainstream αντίληψης των πραγμάτων.

Σε αυτές τις «άλλες προωθούμενες mainstream ορθότητες» αναφέρεται το επόμενο περιστατικό που καίτοι παρουσιάζεται τρίτο, είχε προηγηθεί των υπολοίπων χρονικά: Συζήτηση σε φροντιστήριο θεωρητικής κατεύθυνσης  έπειτα από το μάθημα, στην οποία με αφορμή την π.ο, ο αρχαιομαθής μα όχι αρχαιολάγνος  έμπειρος  καθηγητής ξεσπάθωνε με κριτική στα όρια της πολεμικής, απέναντι στο γενικότερο μονότονο, περιορισμένο και σχεδόν παρωπιδικό  πλαίσιο του δημόσιου λόγου: «Δικαίως και ευτυχώς, δεν  θα βρεις πολλούς να διαφωνούν επί της αρχής με την προσπάθεια  καθιέρωσης λιγότερο φορτισμένων και περισσότερο ουδέτερων όρων για την περιγραφή κάποιων κοινωνικών ομάδων που αναμφίβολα έχουν βιώσει ρατσιστικές και προσβλητικές συμπεριφορές παλιότερα ή ακόμη και τώρα». Οι διαφωνίες όμως, σύμφωνα με τον καθηγητή (αλλά και πάρα πολλούς άλλους ανθρώπους όπως εύκολα γίνεται κατανοητό πια) ξεκινούν όταν η αντίληψη της μίας και μόνης ορθής προσέγγισης επεκτείνεται σε όλα σχεδόν τα επίδικα της δημόσιας σφαίρας με έναν τρόπο που μοιάζει να στοχεύει να «ουδετεροποιήσει» και στη συνέχεια να εξουδετερώσει το σύνολο των κοινωνικών αντιθέσεων (κρύβοντάς τες στην πραγματικότητα κάτω από το χαλάκι ή καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση ότι θα ξεπεραστούν με τα λόγια…) μέσω της εγκόλπωσης αλλά και της επιβολής ενός πολύ συγκεκριμένου, δήθεν αποϊδεολογικοποιημένου, αλλά στην πραγματικότητα ιδεολογικά στρατευμένου πλαισίου, που  στο εσωτερικό του  θα οριοθετείται σύμπασα η δημόσια συζήτηση και του οποίου οι σταθερές δεν θα αμφισβητούνται από όποιον θέλει η γνώμη του να έχει μια απήχηση και να μην θεωρείται απλώς μια αιρετική, περιθωριακή,»απροσάρμοστη» παραδοξολογία.

Δεν χρειάζεται να πάμε οπωσδήποτε  στα  ιδιαιτέρως «καυτά» κοινωνικοπολιτικά  ζητήματα για να εντοπίσουμε  τα παραπάνω, συνέχιζε. Αρκούν και τα φαινομενικά  «αθώα»: «Πόσο εύκολο είναι να πάει κανείς κόντρα στην παραίνεση  «σκέψου θετικά», προτάσσοντας εναλλακτικά  την αναγκαιότητα του… απλού «σκέψου»; «Να ΄σαι ο εαυτός σου» ακούς από χίλιες μεριές. Όχι ρε φίλε, αν είμαι… βλήμα, το να ΄μαι ο εαυτός μου δεν λέει τίποτα. Ποιος ο λόγος να αφήσω στην άκρη το Απολλώνειο (με την… καλή έννοια  βεβαίως βεβαίως) «γνώθι σαυτόν», ποιος ο λόγος να μην εξελίξω την προσωπικότητά μου, αρκούμενος στη χαζοχαρούμενη αυταρέσκεια του «να ΄σαι ο εαυτός σου». Μα δεν εννοούμε αυτό μπορεί να σου πουν οι υπερασπιστές αυτών των παραινέσεων. Αυτό που λέμε, είναι να μην προσποιείσαι, να λες αυτό που αισθάνεσαι, να ΄σαι αυθεντικός. Προσωπικά, εξακολουθώ να μη βρίσκω διαφορά ανάμεσα σε ένα «βλήμα» και σε ένα «αυθεντικό βλήμα» συνόψιζε  ο (ψιλοεστέτ είναι η αλήθεια) βετεράνος φιλόλογος, για να ξαναπιάσει την προσπάθεια αποδόμησης του κυρίαρχου λόγου από άλλα -επίσης καθόλου ύποπτα –  μετερίζια, όπως αυτό της αδιάκοπα αναζητούμενης «ευεξίας», της υγιεινιστικής παλαβομάρας, της «ψώρας» με την εξαντλητική -ατομική – άσκηση και άθληση στα γυμναστήρια, της διαδεδομένης υπερβολικής ενασχόλησης με τη… σωστή και υγιεινή διατροφή με συνακόλουθη δαιμονοποίηση των γλυκών που από την άλλη ως «απαγορευμένος καρπός» μονοπωλούν συνήθως τις συζητήσεις των εν διαίτη ευρισκομένων και πολλά άλλα.

Πιθανότατα στο παραπάνω σκεπτικό, υπάρχει ένα σημείο  που μάλλον παραξενεύει, αν δεν ξενίζει κιόλας κάποιους. Η αποστροφή που κάνει λόγο για το… πρόταγμα «να ΄σαι ο εαυτός σου» και το εντάσσει και αυτό μέσα στο κυρίαρχο «καλούπι». Κι υποθέτω ότι αυτό συμβαίνει γιατί σήμερα το «be yourself» θεωρείται από κάμποσους όψιμους πολέμιους της  «κορεκτίλας», το «αντίπαλο δέος» της. Ακόμη και η εκλογή Τραμπ στον αμερικανικό προεδρικό θώκο (γεγονός που πυροδότησε αυτή την εκτεταμένη σχετική συζήτηση), θεωρείται από δαύτους ούτε λίγο ούτε πολύ κάτι σαν «νίκη της ελεύθερης έκφρασης και της αυθεντικότητας» απέναντι στον ολοκληρωτισμό ου μην αλλά και τον εκφασισμό που προωθεί η προσκόλληση στο politically correct…

Για μας, η  περίπτωση Τραμπ τουλάχιστον,  εξακολουθεί να συμπυκνώνεται σε ότι αναφέραμε παραπάνω: Ποια είναι τελικά  η τόσο  «ελπιδοφόρα» διαφορά ανάμεσα σε έναν ακροδεξιό αντιδραστικό λαϊκιστή και σε έναν «αυθεντικό ακροδεξιό αντιδραστικό λαϊκιστή;» Καμία απολύτως!

Μήπως όμως κάνουμε λάθος και τελικά η θέση που παίρνει ένας υποψήφιος πρόεδρος στον ΗΠΑ απέναντι στην κορεκτίλα, είναι όντως τόσο κρίσιμη και καθοριστική προκειμένου να σχηματίσουμε γνώμη για το πολιτικό του πρόγραμμα; Μήπως η αντίθεση σε αυτή (που στην πιο ακραία εκδοχή της αποτέλεσε τη σημαία του προεκλογικού αγώνα του Τραμπ) είναι το καθοριστικό ζητούμενο, για χάρη του οποίου δεν έχουν  και τόσο μεγάλη σημασία τα μέσα (ρατσιστική ατζέντα, χυδαίες σεξιστικές επιθέσεις κ.ά) που χρησιμοποιεί κάποιος για να τονίσει την αντίθεσή του στην π.ο, αλλά μόνο το ίδιο το γεγονός της καταγγελίας της  ως νέου ολοκληρωτισμού του καιρού μας;

Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς, χωρίς να επιχειρήσει μια σύντομη έστω απόπειρα καταγραφής της προέλευσης του όρου, αλλά και των ποικίλων ερμηνειών που έχει λάβει στο πέρασμα των χρόνων;

ΤΡΙΑ ΑΡΘΡΑ

ΥΠΗΡΞΕ ΤΕΛΙΚΑ ΠΟΤΕ  ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ  ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ  ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ «ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ»;  ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΗΣ MOIRA WEIGEL.

Έχει ανέβει και στο διαδίκτυο, ένα εξαιρετικά κατατοπιστικό σχετικό άρθρο της αρθρογράφου της Guardian, Mora Weigel (το  διαβάσαμε μεταφρασμένο στον ιστότοπο kollectnews.org, βλ. λινκ στο τέλος του κειμένου), το οποίο δεν αρκείται σε μια απλή καταγραφή σχετικά με την προέλευση του συζητούμενου όρου, αλλά παίρνει επίσης και μια σαφέστατη θέση: Η διαρκής επίκληση της ασαφούς και διαρκώς μεταβαλλόμενης έννοιας της πολιτικής ορθότητας εκ μέρους της συντηρητικής δεξιάς, έχει ως μοναδικό σκοπό να κατασκευαστεί εκ μέρους της ένας «εχθρός – φάντασμα» στον οποίο θα χρεωθεί στη συνέχεια κάθε είδους κακοδαιμονία.

Μιλώντας για τη χρήση  του όρου, η Weigel είναι εξίσου ξεκάθαρη:

«Οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν είχαν ακούσει ποτέ τη φράση «πολιτική ορθότητα» πριν από το 1990, όταν διάφορα άρθρα άρχισαν να εμφανίζονται σε εφημερίδες και περιοδικά. Ένα από τα πρώτα και πιο σημαντικά δημοσιεύτηκε τον Οκτώβρη του 1990 από τον δημοσιογράφο των New York Times, Richard Bernstein, ο οποίος -υπό τον τίτλο «Η ανοδική ηγεμονία του πολιτικώς ορθού»- προειδοποίησε ότι τα πανεπιστήμια της χώρας απειλούνταν από «μια αυξανόμενη μισαλλοδοξία, από ένα τερματισμό συζητήσεων, από μια πίεση προς συμμόρφωση».

Ο Bernstein είχε τότε επιστρέψει μόλις από το Μπέρκλεϊ, όπου έκανε ρεπορτάζ σχετικά με τον φοιτητικό ακτιβισμό. Έγραψε ότι υπήρχε μια «ανεπίσημη ιδεολογία του πανεπιστημίου», σύμφωνα με την οποία «ένα σύμπλεγμα των απόψεων για τη φυλή, την οικολογία, τον φεμινισμό, τον πολιτισμό και την εξωτερική πολιτική καθορίζει ένα είδος «ορθής» στάσης απέναντι στα προβλήματα του κόσμου». Για παράδειγμα, «οι βιοδιασπώμενες σακούλες σκουπιδιών έχουν τη σφραγίδα έγκρισης της Πολιτικής Ορθότητας. Η Exxon δεν την έχει.

Ο αλαρμισμός του Μπέρνστιν σε μια από τις πιο γνωστές και σεβαστές εφημερίδες της χώρας, πυροδοτήσε μια αλυσιδωτή αντίδραση, και όλα τα ΜΜΕ έσπευσαν να καταγγείλουν αυτή τη νέα τάση».

Όσον αφορά την προέλευσή του όρου  επισημαίνει:

«Καμία από τις ιστορίες που περιέγραφαν την απειλή της πολιτικής ορθότητας δεν μπορούσε να ορίσει πώς και πού αυτή ξεκίνησε, ούτε περιέγραψαν ποτέ με ακρίβεια την προέλευση της φράσης. Πολλοί δημοσιογράφοι ανέφεραν συχνά την ΕΣΣΔ -ο Μπέρνστιν παρατήρησε ότι η φράση «βρωμάει Σταλινιστική ορθοδοξία»- όμως τίποτε αντίστοιχο δεν υπάρχει ως φράση στα ρωσικά. (Το πιο κοντινό είναι η λέξη «ideinost» που σημαίνει ‘ιδεολογική ορθότητα’ αλλά η λέξη αυτή δεν έχει καμία σχέση με περιθωριοποιημένους πληθυσμούς ή μειονότητες.) Η διαννοούμενη ιστορικός LD Burnett έχει βρει σκόρπιες αναφορές στη φράση από τη δεκαετία του 30, και η χρήση της, όπως λέει η ίδια, γινόταν συνήθως με κοροϊδευτικό τόνο.

Η φράση ξεκίνησε να χρησιμοποιείται πιο συχνά τις δεκαετίες του 60 και του 70 μέσα στους χώρους της αμερικανικής αριστεράς, κατά πάσα πιθανότητα ως ειρωνικός δανεισμός από διάσημο λόγο του Μάο το 1957 με τίτλο «Ο Ορθός Χειρισμός των Διαφορών μεταξύ των Ανθρώπων».

Η Ρουθ Πέρι, καθηγήτρια λογοτεχνίας στο ΜΙΤ που ήταν δραστήρια στα κινήματα χειραφέτησης και φεμινισμού της εποχής, λέει πως πολλοί ριζοσπαστικοί του χώρου συνήθιζαν να διαβάζουν το Κόκκινο Βιβλιαράκι τις δεκαετίες εκείνες και υποθέτει ότι δανείστηκαν τη λέξη «ορθό» από εκεί. Όμως δεν τη χρησιμοποιούσαν όπως ο Μάο. Η «πολιτική ορθότητα» έγινε κάτι σαν αστείο ανάμεσα στους αριστερούς αμερικάνους -μια φράση που χρησιμοποιούσες για κάποιον σύντροφο όταν θεωρούσες ότι γινόταν αυτάρεσκα ενάρετος. «Η φράση χρησιμοποιούταν πάντα ειρωνικά, πάντα για να εκθέσει πιθανό δογματισμό» λέει η Πέρι […] […]  Αλλά αρκετά σύντομα, ο όρος μετονομάστηκε από τη δεξιά, η οποία γύρισε το νόημά της το μέσα έξω. Ξαφνικά, αντί να είναι μια φράση που οι αριστεροί χρησιμοποιούσαν για να ελέγξουν τις δογματικές τάσεις στο εσωτερικό του κινήματός τους, η «πολιτική ορθότητα» έγινε ένα σημείο αναφοράς για τους νεοσυντηρητικούς. Ισχυρίστηκαν ότι η πολιτική ορθότητα αποτελούσε αριστερό πολιτικό πρόγραμμα που έπαιρνε τον έλεγχο των αμερικανικών πανεπιστημίων και των πολιτιστικών ιδρυμάτων – και ήταν αποφασισμένοι να το σταματήσουν».

 

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΘΟΤΗΤΑ ΩΣ ΚΑΤΑΧΘΟΝΙΟ ΣΧΕΔΙΟ

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις πρόσληψης της «πολιτικής ορθότητας» ως αριστερού πολιτικού προγράμματος, εντοπίζεται στην ανάλυση  του Αμερικανού αρθρογράφου  William Lind, πολύ διάσημης στα καθ΄ ημάς, αφού με μια πρόχειρη διαδικτυακή και μόνο έρευνα, διαπιστώσαμε ότι σχεδόν όλες οι εγχώριες «πολεμικές» στην κορεκτίλα, βασίζονται στα συμπεράσματά της. Ενδιαφέρον είναι ότι ο Lind, δεν μασάει τα λόγια του (πώς θα μπορούσε εξάλλου, τι είναι; κανάς «πολιτικά ορθός») και ξεκαθαρίζει από τις πρώτες γραμμές ποιος είναι ο… γάιδαρος που θέλει στην πραγματικότητα να χτυπήσει (οι φεμινίστριες, το κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων κ.ο.κ) όσο περιορίζεται να κοπανά το «σαμάρι» της π.ο:

«Από που προέρχονται όλα αυτά που ακούμε σήμερα,- οι θυματοποιημένες φεμινίστριες, το κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων,οι πλασματικές στατιστικές, η πλαστογραφημένη ιστορία,τα ψέματα, οι απαιτήσεις, όλα τα υπόλοιπα συναφή- από που προέρχονται; Για πρώτη φορά στην Ιστορία μας πρέπει να φοβόμαστε μη τυχόν χρησιμοποιήσουμε λάθος λέξη, κάποια λέξη η οποία είναι ενδεχόμενο να καταγγελθεί ως προσβλητικη ή ωμή, ρατσιστική ,  σεξιστική ή ομοφοβική».

Το άρθρο συνεχίζει (υπάρχει το σχετικό λινκ στο τέλος) χωρίς να απασχολείται ιδιαίτερα με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών που εμπεριέχει (ποιος ο λόγος εξ άλλου να παραπέμψει σε παραδείγματα ή έρευνες όταν… «η ιστορία είναι πλαστογραφημένη και οι στατιστικές πλασματικές), όπως συμβαίνει και με τη συντριπτική πλειοψηφία των συλλογισμών νεοσυντηρητικής ιδεολογικής καταγωγής . Σημασία έχει περισσότερο να παρουσιαστεί η απειλή, ο ελλοχεύων κίνδυνος, ο ύπουλος εχθρός, ο οποίος προφανώς δεν χρειάζεται σαφή προσδιορισμό (πώς να τον προσδιορίσεις επακριβώς τόσο… ύπουλος που είναι, χώρια που σε μια τέτοια περίπτωση διακινδυνεύει κανείς την κατάρρευση μια σειράς σαθρών επιχειρημάτων) αφού τον αντιλαμβάνεται επαρκέστατα  ο καθένας, τον βλέπει δίπλα του γύρω του, στην τηλεόραση, στα βιβλία, στα περιοδικά, σε κάθε έκφανση του δημόσιου λόγου.  (Ίσως κάπου εδώ – στην «τεμπέλικη», θολή, αταξική  κι εύκολη καταγγελιολογία χωρίς σαφή οριοθέτηση –  βρίσκεται και η πηγή της γοητείας που ασκούν σκέψεις όπως οι προαναφερθείσες ακόμη και σε κάποιους που ποτέ δεν θα αυτοπροσδιορίζονταν ως συντηρητικοί, αντιθέτως αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται ριζοσπάστες, αριστεροί, προοδευτικοί).

Στο άρθρο του ο Lind, δίνει – ψιλοαυθαίρετα εννοείται –  μια άλλη ονομασία στην πολιτική ορθότητα, ονομασία που θα τον βοηθήσει στη συνέχεια να αναπτύξει πολύ πιο εύκολα την επιχειρηματολογία του, μιας και είναι πολύ περισσότερο εύγλωττη ως προς την ιδεολογική κατεύθυνση που ο αρθρογράφος θέλει να δώσει σε «όλα αυτά που ακούμε σήμερα». Είναι ο «πολιτιστικός Μαρξισμός», όχι απλά ένα αριστερό πολιτικό πρόγραμμα, αλλά ένα… δόλιο συνωμοτικό σχέδιο, οι ρίζες του οποίου χάνονται στα βάθη των απαρχών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος! Ουάου!

Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, τα πάντα ξεκίνησαν την επομένη της έναρξης του Α΄ παγκοσμίου πολέμου. Τότε, η λενινιστική θέση (πάντα με βάση τον Lind) ότι οι εργάτες των αντιμαχόμενων χωρών θα εναντιώνονταν στον πόλεμο που προετοίμαζαν οι άρχουσες τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών κατέρρευσε, μιας και οι ηγέτες και οι κοινοβουλευτικές ομάδες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων έσπευσαν να ψηφίσουν τις πολεμικές δαπάνες και τη συμμετοχή, με αποτέλεσμα η εργατική τάξη κάθε χώρας να πάρει μέρος στην αλληλοσφαγή (ευτυχής εξέλιξη προφανώς για τον αρθρογράφο). Εκεί οι κομμουνιστές έκριναν ότι πρέπει να αλλάξουν τακτική και να αφοσιωθούν σε μια μακροχρόνια και επιμελή υπονόμευση των εθνικών αξιών κάθε χώρας, ώστε στο μέλλον οι εργάτες να απελευθερωθούν από τη δυτική κουλτούρα και θρησκεία και να αναγνωρίσουν την πρωτοκαθεδρία των ταξικών τους συμφερόντων (παραλείπεται βέβαια η ενοχλητική για την επιχειρηματολογία του άρθρου πραγματικότητα  ότι με τη λήξη του πολέμου η επαναστατική διάθεση των μαζών εκδηλώθηκε με χαρακτηριστικά «επιδημίας» (χωρίς μάλιστα  να προηγηθεί καμιά «ακαδημαϊκή συνωμοσία», σε Ρωσία, Γερμανία, Ουγγαρία, «κόκκινη διετία στην Ιταλία» κι απλώς κάποια από αυτά τα περιστατικά παρουσιάζονται αποσπασματικά και έξω από το γενικό πλαίσιο στο οποίο ιστορικά εντάσσονται).

Στη συνέχεια, το κείμενο παίρνει τη μορφή κατασκοπευτικού θρίλερ. Διανοητές – κολοσσοί της πολιτικής και πνευματικής παράδοσης του 20ου αιώνα όπως ο Γκράμσι (τι έχει τραβήξει κι αυτός!)  και ο Λούκατς, υποβιβάζονται σε «συνωμότες» που άλλοι δουλειά δεν έχουν από τα να υποσκάπτουν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού με σκοπό να τον οδηγήσουν στη συντριβή. Όλες αυτές οι προσπάθειες αποκρυσταλλώνονται στη δημιουργία της μαρξιστικής σχολής της Φρανκφούρτης, έμπνευση της οποίας αποτελεί η «Κριτική Θεωρία». Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι «αυτά που ακούμε σήμερα,- ο ριζοσπαστικός φεμινισμός, οι σπουδές σε τμήματα γυναικείων σπουδών, τα μαθήματα ομοφυλοφιλίας, τα τμήματα νέγρικων σπουδών- όλα αυτά είναι παρακλάδια της Κριτικής Θεωρίας» η οποία σε άλλα μέρη του κειμένου κατονομάζεται ως υπεύθυνη και για τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας των ΗΠΑ που κατέστη εφικτή χάρη στην ανάδυση της «Νέας Αριστεράς» τη δεκαετία του ΄60 και στην επιρροή που αυτή κατόρθωσε να κερδίσει σε Πανεπιστήμια όπως το Μπέρκλεϊ.

Το άρθρο, αφού παρουσιάσει «επιφανείς εκπροσώπους της σχολής της Φρανκφούρτης» (Αντόρνο, Χορκχάιμερ, Μαρκούζε) πρόσωπα που είναι μεταξύ αυτών για τα οποία σε μεταφράσεις του κειμένου  σε ελληνικούς ιστότοπους διαβάζουμε «διευκρινίσεις» του στιλ «είχε εβραία μάνα, εβραία θεία, εβραίο μπατζανάκη» χωρίς… περιττές περαιτέρω επεξηγήσεις, κλείνει τελικά το άρθρο του επισημαίνοντας ότι:

«Εν κατακλείδι, η Αμερική βρίσκεται σήμερα στις οδύνες της μεγαλύτερης και χειρότερης αλλαγής στην ιστορία της. Γινόμαστε ένα ιδεολογικό κράτος, μια χώρα με επίσημη κρατική ιδεολογία που επιβάλεται δια της κρατικής ισχύος. Με τους νόμους περι «εγκλημάτων μίσους» έχουμε πλέον ανθρώπους να φυλακίζονται για πολιτικές ιδέες. Και το Κογκρέσσο ενεργεί για να διευρύνει αυτή την κατηγορία εγκλημάτων. Η «καταφατική δράση» είναι μέρος αυτής της ιδεολογίας. Η τρομοκρατία ενάντια σε όποιον διαφωνήσει με την ΠΟ είναι μέρος της. Είναι ακριβώς οτι συνέβη στην Ρωσία, την Γερμανία, την Ιταλία, την Κίνα και τώρα έρχεται κι’ εδώ. Και δεν την αναγνωρίζουμε, γιατί την αποκαλέσαμε Πολιτική Ορθότητα και γελάμε νομίζοντας ότι θα περάσει. Το μήνυμά μου σήμερα είναι πως δέν είναι αστεία, είναι εδώ, μεγαλώνει και τελικά θα καταστρέψει , όπως και θέλει να καταστρέψει, οτι έχουμε ορίσει σαν την ελευθερία μας και τον πολιτισμό μας».

Για να μη στερηθούμε και μια γεύση εγχώριας αντιδραστικής «κορεκτοφοβίας» επισημαίνουμε σε αυτό το σημείο και το κείμενο «μαρξιστική κουλτούρα και πολιτική ορθότητα» το οποίο αλιεύσαμε από τον ιστότοπο με τον βαρύγδουπο τίτλο «Κέντρο Αστικής Μεταρρύθμισης». Ο μεταρρυθμιστής αρθρογράφος  αφού μας ενημερώσει σύντομα και υπέρ το δέον περιληπτικά ότι η πολιτική ορθότητα (δηλαδή ο «πολιτιστικός μαρξισμός» όπως λέει κι αυτός αποδεχόμενος τον όρο)  μοιάζει να είναι κάτι «το καλό», το οποίο όμως τελικά είναι κάτι «το κακό», περνάει και αυτός στο παρασύνθημα και προτείνει τρόπους για την… καταπολέμησή του:

«Ένας είναι ο τρόπος καταπολέμησης του παραπάνω φαινομένου, η ανάγνωση βιβλίων και αρχαίων συγγραμμάτων. Ας θυμηθούμε ένα αρχαίο ελληνικό ρητό, «όπου υπάρχει ισότητα δεν υπάρχει δικαιοσύνη» (πού ακριβώς αναφέρεται αυτό το «αρχαίο ελληνικό ρητό» ποιος ξέρει, στο κάτω κάτω αυτό έχει σημασία τώρα;) πράγμα που το βλέπουμε και στην φύση, το μυρμήγκι δεν είναι ίσο με το λιοντάρι και αυτό δεν αλλάζει. Ας θυμηθούμε τα χαρακτηριστικά του Νιτσεϊκού Υπεράνθρωπου, ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με αυτό τον δειλό και φαύλο άνθρωπο τον οποίο μας παρουσιάζουν οι οπαδοί της Μαρξιστικής Κουλτούρας.

Κλείνοντας, θα ήθελα ν’ αναφέρω, πως όσο δίνουμε εξουσία σε ανθρώπους που μιλούν για ισότητα μεταξύ όλων, για αγάπη και ειρήνη, τόσο θα μεγαλώνει ο παραπάνω κίνδυνος. Διότι, λόγω της ανθρώπινης φιλοδοξίας η υλοποίηση των προαναφερθέντων δεν επιτυγχάνεται κι έτσι καταλήγουμε ως πρόβατα έτοιμα για σφαγή στο Βωμό των Απραγματοποίητων Ιδεών».

Δεν θα ΄μπαινα στον κόπο να παραθέσω τις παραπάνω ασυνάρτητες  αθλιότητες, αν δεν με κέντριζε το γεγονός ότι διευθυντής του Κέντρου Αστικής Μεταρρύθμισης, είναι ο Γιάννης Χουντής, μέλος της γραμματείας προγράμματος της Νέας Δημοκρατίας! Ποιος ξέρει βέβαια, μπορεί το Κέντρο να μην υιοθετεί απαραίτητα τις απόψεις των άρθρων ή των επιστολών αναγνωστών οπότε ούτε γάτα ούτε ζημιά και προφανώς αν έχει αυτή την πολιτική θα δημοσίευε και μια επιστολή στην οποία θα αναλυόταν ας πούμε το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα πάλης… Τι; Όχι;

 

ΕΠΙΜΥΘΙΟ  

Ύστερα από όλα τα παραπάνω, δίκαια μάλλον μπορεί κάποιος να καταλήξει σε μερικά συμπεράσματα.

Κατ΄ αρχάς στο ότι η απόλυτη εχθρότητα απέναντι στην π.ο και  η περιγραφή της ως μια «ασύμμετρη απειλή» ή ως μια διανοητική φυλακή, έχουν σχεδόν πάντα πολύ συγκεκριμένη ιδεολογική αφετηρία και προέρχονται από την άκρως συντηρητική έως και αντιδραστική ανάγνωση των πραγμάτων. Ποια άλλη ιδεολογική προσέγγιση, θα θεωρούσε ας πούμε σήμερα που οι φόνοι αφροαμερικανών από την αστυνομία στις ΗΠΑ βρίσκονται σε τέτοια  έξαρση, ότι αυτό είναι ένα… ασήμαντο ζήτημα, αντιθέτως το μεγάλο πρόβλημα των καιρών είναι ένας «επιχειρούμενος ολοκληρωτισμός» που «αναγκάζει» τους ανθρώπους να ονομάζουν τα θύματα αυτών των επιθέσεων «αφροαμερικανούς» και όχι «μαύρους»; Γι΄ αυτόν τον λόγο η με -οποιοδήποτε τρόπο – «αναγνώριση» της…πρωτοκαθεδρίας της «ανάγκης άμεσης αντιμετώπισης» των συνεπειών μιας «θολής» και εν πολλοίς κατασκευασμένης έννοιας,  ακριβώς για να παίξει τον ρόλο ενός ασαφώς προσδιορισμένου και συνεχώς μεταβαλλόμενου και μεταμορφούμενου «μπαμπούλα» που και καλά αποτελεί την πρωταρχική απειλή για το μέλλον (την ώρα που στον πλανήτη μαίνονται φονικότατες πολεμικές συγκρούσεις, η προστασία της φύσης και του περιβάλλοντος δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από ένα κακόγουστο ανέκδοτο, η φτώχεια και η οικονομική δυσπραγία ταλαιπωρούν δισεκατομμύρια ανθρώπους επί της Γης και τόσα άλλα) είναι κατ΄ αρχάς  μια βαθιά υπόκλιση στο «προνόμιο» της βαθιά  συντηρητικής σκέψης να ορίζει προς όφελός της, την… παγκόσμια δημόσια συζήτηση, και το χειρότερο δύναται να αποτελέσει ένα πρώτο ολισθηρότατο βήμα τόσο ως προς την ευρεία νομιμοποίηση της σχετικής ατζέντας, όσο και (όπως δυστυχώς αποδείχτηκε πρόσφατα στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές) ως προς την υιοθέτησή της τελικά, από εκτεταμένα τμήματα της κοινωνίας. Δεν έχουμε καμιά δουλειά να «τσιμπήσουμε» ή να ψωνίσουμε από τα πανέρια της άφθονης ψεκασμένης, υστερικής, παραλυτικής  ακροδεξιάς κινδυνολογίας.

Ένα άλλο στοιχείο που μπορεί να επισημανθεί, είναι η ευρισκόμενη στα όρια της φαιδρότητας υπερβολή με την οποία γίνεται η επίκληση της «φίμωσης» που συνεπάγεται η τήρηση των κανόνων του politically correct (επίκληση που αποτελεί «εκ των ων ουκ άνευ» στοιχείο για τη διατύπωση «πιασάρικου» συντηρητικού λόγου, ο οποίος μην έχοντας τη δυνατότητα να προτείνει ένα ελκυστικό πολιτικό πρόγραμμα με αναφορά στο μέλλον, χρειάζεται εκ των πραγμάτων την ύπαρξη ή την κατασκευή ύπουλων εχθρών που θέλουν να κλείσουν το στόμα των «υγιών φωνών» ώστε να συνεχίσουν αυτοί οι εχθροί ανενόχλητοι τις υπονομευτικές τους επιδιώξεις ενάντια στα πατροπαράδοτα ήθη, στις αξίες,  στις παραδόσεις, στον πολιτισμό και στη… διάχυτη κοινωνική ευημερία που οι προαναφερθέντες παράγοντες εξασφάλισαν και διασφάλισαν σε κάποιο «ένδοξο παρελθόν», την αναβίωση και παλινόρθωση  του οποίου υπόσχεται η συντηρητική πολιτική αντίληψη). «Φίμωση» επκαλείται  αδιάκοπα ο Τραμπ που μιλάει ως «φιμωμένος» σε εκατομμύρια και δισεκατομμύρια τηελεθεατές ανά τον κόσμο, το ίδιο κάνουν και  αμέτρητοι άλλοι που αυτοπροβάλλονται ως θύματα μιας τερατώδους νεοταξικής συνωμοσίας. Θυμίζουν όλοι αυτοί τον Λιακόπουλο, που κομπάζει σε πανελλαδικό δίκτυο για τον ηρωισμό του να εκστομίζει εδάφια του «μυθιστορήματος αχαλίνωτης πραγματικότητας» και άλλα πράγματα που δεν τολμάει να πει κανένας γιατί ενοχλούν κάποιον επίσης απροσδιόριστο πανταχού παρόντα προαιώνιο εχθρό που δεν δίστασε να εξολοθρεύσει κόσμο και κοσμάκη κι  ολόκληρους λαούς εδώ και κάτι χιλιετηρίδες, αλλά φοβάται να κόψει την εκπομπή του Δημοσθένη που λέει τα πράγματα με τ΄ όνομά τους.

Μας κάνουν άραγε τα παραπάνω απολογητές και υπερασπιστές αυτής της μη προσδιορισμένης αλλά αναγνωρίσιμης ως προς κάποια χαρακτηριστικά της  «κορεκτίλας», έτσι μάλιστα όπως διατυπώνεται από επίσημα χείλη τύπου Χίλαρι Κλίντον; Όχι, είναι η απάντηση χωρίς πολλές περικοκλάδες. Κι αυτό γιατί αν στο πρώτο συμπέρασμα τονίσαμε τον αποπροσανατολισμό και τους αντιπερισπασμούς που επιχειρούν οι πολέμιοι της π.ο στο σημείο αυτό δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε την άλλη όψη του νομίσματος. Ο φαρισαϊκός νεοφιλελεύθερος μελοδραματικός  «προοδευτισμός» είναι  αυτός που για να γίνουμε κάπως ψιλοκυνικοί μας λέει περίπου  «Μη κολλάτε και πολύ στους φόνους αφροαμερικανών, μην ασχολείστε με τις κοινωνικές αφετηρίες του ζητήματος. Το βασικό  είναι να τους λέμε αφροαμερικανούς και να ΄μαστε και έτοιμοι να πεθάνουμε αν ακούσουμε να τους αποκαλέσουν «μαύρους», αλλά όλα αυτά χωρίς να γενικεύουμε με παλιομοδίτικους όρους όπως «κοινωνικές τάξεις» και τα συναφή». Πέρα από την απύθμενη υποκρισία που εμπεριέχεται σε τέτοιες προσεγγίσεις (που ok στην πραγματικότητα ποτέ δεν θα διατυπωθούν τόσο άγαρμπα, σκόπιμα το τεντώσαμε), εύκολα διαπιστώνει κανείς και τα απογοητευτικά  αδιέξοδα στα οποία πολύ γρήγορα οδηγούν. Αν στους καταπιεσμένους αυτού του κόσμου δεν προτείνεται, δεν δουλεύεται και δεν διαμορφώνεται μαζί τους  ένα ολοκληρωμένο και ανταγωνιστικό στο κυρίαρχο σύστημα πολιτικό σχέδιο, τότε το μόνο που μοιάζει να καταφέρνει τελικά ο κούφιος λεκτικός καθωσπρεπισμός (την αντίθεσή μας στον οποίο εκφράζουμε μια που το ΄φερε η κουβέντα ήδη από το – τρόπον τινά – διακηρυκτικό κείμενο αυτού του μπλογκ) είναι μια διαιώνιση των ανισοτήτων και των προκαταλήψεων «αντιμετωπιζόμενη» με κάποια ακαδημαϊκά γιατροσόφια και διανοουμενίστικες «φασκιές» που όχι μόνο δεν κλείνουν τις πληγές, αντίθετα μπορεί να τις κάνουν να κακοφορμίσουν μια ώρα αρχύτερα, φέρνοντας για παράδειγμα τον Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία.

Η αγεφύρωτη διαφωνία με τους αντιδραστικούς πολέμιους της π.ο δεν σημαίνει ότι αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τη διαυγέστατη υπογράμμιση της αδυναμίας της επιφανειακής φύσης της πολιτικής ορθότητας να λύσει ή ακόμη και να «απαλύνει» τις συνέπειες των ζητημάτων με τα οποία καταπιάνεται. Αρκεί  κι αυτό με τη σειρά του, να μη φτάνει να  αποτελεί εμπόδιο ή τείχος πίσω από το οποίο θα περιχαρακωθούμε υποτιμώντας, χλευάζοντας ή σεχτάροντας μια μεγάλη και διαρκώς αυξανόμενη μερίδα κόσμου που αηδιάζει επί παραδείγματι  μπροστά  στην προοπτική που σηματοδοτεί η εκλογή Τραμπ ως πιθανότητα δικαίωσης της ρατσιστικής, ξενοφοβικής, σεξιστικής ατζέντας, και απέναντι σε αυτή την απελπιστική πιθανότητα ορθώνει το ανάστημά της, έστω και αν κάποιες  «επισταμένες πολιτικές διυλίσεις» αποφαίνονται  ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει αποκλειστικά  από τη σκοπιά της υπεράσπισης  της «κορεκτίλας»  ως μοναδικού «αναχώματος» στην επέλαση της αντιδραστικής χυδαιότητας, άρα τζάμπα γίνεται τόσος ντόρος, αφού είτε εξ αρχής είτε στο τέλος, όλη αυτή η κινητοποίηση θα βρει τον χώρο της κάτω από τις φτερούγες της Χίλαρι ή κάποιου άλλου υποψήφιου των νεοφιλελεύθερων Δημοκρατικών.

Γιατί ακόμη και αν συμβεί τελικά κάτι τέτοιο, το πρόβλημα ασφαλώς και δεν θα το έχουν τότε  ούτε φυσικά  οι   Δημοκρατικοί (που αντιθέτως θα τρίβουν τα χέρια τους έπειτα από μια τέτοια εξέλιξη),  ούτε πολύ περισσότερο η εκ προοιμίου χαρακτηρισθείσα από κάποιους «υπερεπαναστάτες» κι «υπεραγωνιστές»… συμβιβαστική, περιορισμένη, διαχειρίσιμη και τελικά «λίγη» διάθεση για ριζικές ανατροπές που (σύμφωνα με τις προαναφερθίσες αναλύσεις) χαρακτηρίζει τους   διαδηλωτές  που  συσπειρώνονται στον «αντιτραμπισμό. Θα το ΄χει όμως πιθανότατα  εκείνη η ριζοσπαστική  πολιτική προσέγγιση που αναπόφευκτα  θα περιοριστεί στον κατόπιν εορτής «σταλεγακισμό», αν προηγουμένως   δεν καταφέρει να αλληλεπιδράσει με  τον κόσμο που κινητοποιείται  και αντιπαρατίθεται στον νέο «πλανητάρχη», ώστε να παρουσιαστεί  πειστική  για την επικαιρότητα και τη χρησιμότητα της πολιτικής της πρότασης,πολύ περισσότερο   για τη χρεία  της   υπέρβασης των  ενδοσυστημικών  συμβάσεων, των υπερβολικών ακκισμών και του προσχηματικού «καθώς πρέπει» προοδευτισμού της «πολιτικής ορθότητας»  και για την αδήριτη αναγκαιότητα της  υιοθέτησης της νικηφόρας προοπτικής της κοινωνικής απελευθέρωσης.

 

 

https://kollectnews.org/2016/12/15/politiki-orthotita-deksia-exthros/ Το άρθρο της Moira Weigel σε μετάφραση.

 

https://olympia.gr/2011/05/09/%CE%B7-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CF%83-%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%83/ Το άρθρο του William Lind σε μετάφραση.

 

http://keasm.gr/marxistiki-koultoura-politiki-orthotita/ Το άρθρο του φοιτητή Αντώνη Ξώγνου στον ιστότοπο του «Κέντρου Αστικής Μεταρρύθμισης».

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ…


Ετοιμάζεται το επετειακό για τα τριαντάχρονα του Ευρωμπάσκετ και την καταιγιστική (και σε μεγάλο βαθμό άσκοπη) πολυλογία που συνόδευσε την επέτειο.

Επειδή ερωτήθημεν σχετικώς, απαντάμε.

… KAI SOUNDTRACK ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ