Ιστοριες, κοινωνικοπολιτικα
Δεκαετία΄80 κι έτσι…

Δεκαετία΄80 κι έτσι…

Η εικόνα, όσο να πεις, ιντριγκάρει. Η επιστροφή του Ανδρέα Παπανδρέου από το Χέρφιλντ σε πλέι μομπίλ εντίσιον εντυπωσιακότερη κι από αυτό ακόμη το παλιό «πειρατικό καράβι» της διάσημης σειράς παιχνιδιών με τα πασίγνωστα πλαστικά ανθρωπάκια για το οποίο είχαμε ζαλίσει μικροί τα ξωτικά του Άι Βασίλη που άνοιγαν τα γράμματα, δουλεμένη σε κάθε λεπτομέρεια, σε σημείο που να μην παραλείπεται ακόμη και η εξαιρετικής σημειολογικής αξίας  ονομασία («Οδυσσεύς»…)  του αεροσκάφους που ξανάφερνε στα πάτρια εδάφη, το -ακόμη – «ημιπαράνομο» για τα… χρηστά ήθη της εποχής, νέο πρωθυπουργικό ζεύγος…

 

Πρώτη αντίδραση, η αναζήτηση παρόμοιων παραστάσεων  από την εποχή που πραγματεύεται η έκθεση «GR80’s (προφερόμενο ως «γκρέιτις» σε ένα ενδιαφέρον  λογοπαίγνιο που ξεκινώντας από  Greece και 80’s, παραπέμπει στο αγγλικό επίθετο «great») Η Ελλάδα του ΄80 στην Τεχνόπολη» που άνοιξε τις πύλες της πριν από λίγες μέρες, στον προαναφερθέντα χώρο. Κάνε πλάκα λες  να δούμε και πλέι μομπίλ ιδιοκτήτη «προβληματικής» που τα τσέπωσε χοντρά προκειμένου «να σωθούν θέσεις εργασίας», να τα σπάει στα μπουζούκια με το χαρτζιλίκι που κράτησε για να κινείται εντός συνόρων, μιας και  το πολύ χαρτί είχε ήδη μεταναστεύσει για Ελβετία. Η εικόνα (ίσως λιγάκι στερεοτυπική, παρ΄ όλα αυτά αντιπροσωπευτική) φλασάρει στο μυαλό με την καθαρότητα αναμνηστικής φωτογραφίας «πολαρόιντ» από κέντρο διασκαδάσεως της εποχής:

 

Ο δικός σου να καίει στο σπίρτο του «Τσίβας» τη μεταξωτή γραβάτα,καθώς  η (επίσης «μη νόμιμη») νεαρά πλεϊμομπίλαινα, μαζεύει με ατημέλητη επιμέλεια τα πλούσια -και έχοντα τη φόρμα περμανάντ σε στιλ Βαμβακούλα- μαλλιά, πίσω και πάνω από τους κροτάφους, προκειμένου να τα κρατήσει σε έναν πρόχειρο κότσο στηριζόμενο στα πλεγμένα μεταξύ τους δάχτυλα των χεριών με τα βαμμένα σε ένα διακριτικό φούξια, νύχια, ώστε να λικνιστεί ακόμη πιο ελεύθερα, λάγνα κι αισθησιακά, αλλά να φανεί και το καινούργιο φανταχτερό (ολόχρυσο, επίχρυσο ή απλώς φω, ανάλογα το δάνειο ή την «αποζημίωση» που τσίμπησε ο άλλος για την προβληματική) βραχιόλι, στο μέγεθος περιβραχιονίου αρχηγού ποδοσφαιρικής ομάδας.

 

Η διπλά ενισχυμένη βάτα που κάνει τη διάστικτη από – επίσης φανταχτερά και αντανακλώντα το φως τον προβολέων – αστεράκια να μοιάζει με στολή αστροναύτη, η μικροσκοπική αφυκτιώσα από την ημισφαιρική  πίεση δερμάτινη μίνι φουστίτσα (το δράμα της οποίας καθώς προσπαθεί να καλύψει τα ακάλυπτα, αξίζει σεβασμό), η φαρδιά κι επίσης δερμάτινη ζώνη που κουμπώνει σε μια ευμεγέθη μεταλλική αγκράφα που παραπέμπει σε μεσαιωνικό εραλδικό οικόσημο και οι – άκρως απαραίτητες για τη σύνθεση του ντεκόρ – στίβες με πιάτα (περισσότερα από αυτά που χρειάστηκαν στον γάμο της Κανά)  που σχηματίζουν – αξιόλογου υψομέτρου – γυάλινους  λόφους, όσο ο ΛεΠα εξιστορεί τις εκμυστηρεύσεις  ενός μαρτυριάρη παπαγάλου.

 

Ήταν τελικά αυτά τα γκρικ έιτις;

 

Παίζει να ΄ταν και αυτά. Μαζί με πολλά άλλα. Η πρωτότυπη έκθεση που φιλοξενείται στην Τεχνόπολη φιλοδοξεί να τα πιάσει όλα κι έχει ήδη προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον και συζητήσεις. Δύσκολα να γινόταν αλλιώς βέβαια, όταν το θέμα της είναι η πολυπρισματική προσέγγιση μιας δεκαετίας που εξακολουθεί να διεγείρει τα πάθη, να δημιουργεί σφοδρές αντιπαραθέσεις, να γεννά πλήθος αντιφατικών κι αντικρουόμενων προσεγγίσεων, αναγνώσεων, ερμηνειών αναθεωρήσεων, που κάμποσες  βέβαια  υποκύπτουν στη γοητεία ενός «εύκολου» ου μην αλλά και σκόπιμου μανιχαϊσμού που είτε βλέπει σε εκείνα τα χρόνια «μια απόλυτη καταστροφή τις συνέπειες της οποίας πληρώνουμε ακόμη» είτε (σε μικρότερο πια βαθμό) την αλησμόνητη εποχή της μετατροπής της Ελλάδας σε έναν «επίγειο παράδεισο». Ανάμεσα στις ερμηνείες που ομαδοποιούνται στις παραπάνω κατηγορίες, διεκδικούν τη θέση τους αρκετές ακόμη, και μεταξύ αυτών, εκείνη  που σε όλα τα θέματα ψάχνει την αλήθεια σε ακροβατικές ισορροπίες – και καλά –  «κάπου στη μέση», ερμηνεία που συχνά χάνει την όποια «αντικειμενικότητα» θέλει να προβάλλει, μιας και  καταλήγει απλώς να εγκλωβίζεται στην αγχώδη προσπάθεια να βρει ένα αντίστοιχο «αρνητικό» σε κάθε «θετικό» που θα εντοπίσει σε οποιοδήποτε  θέμα απαιτεί λήψη σαφούς  θέσης και σπάσιμο αβγών, ώστε να καταλήξει μονότονα σε δήθεν  «Σολομώντεια» συμπεράσματα, ή απλώς να σφυρίξει τζάμπολ, αν κι έχει ήδη αποφασίσει που θα δώσει τελικά την μπάλα…

 

Εμείς όμως, αν δεν μας αρέσει ούτε το άσπρο-μαύρο, ούτε το (βαθύ…) γκρι, τι ακριβώς προσπαθούμε να παραστήσουμε και τι ψάχνουμε να πούμε με αυτή την ανάρτηση; Να πούμε άλλη μια άποψη που – αναπόφευκτα – λίγο πολύ  θα χωράει  εδώ, εκεί ή ανάμεσα;

 

Μάλλον όχι. Σε όλη  αυτή την κουβέντα για το ΄80 (που πλάκα πλάκα εξελίσσεται εδώ και κάμποσα χρόνια στα αστεία ή στα ψιλοσοβαρά, πότε με κείμενα άκρατου ρομαντισμού που «λυπούνται» όσους δεν έζησαν εκείνα τα χρόνια, πότε με ειρωνικές απαντήσεις των… αποδεκτών της λύπησης, στο στιλ «ρε άι παρατάτε μας»), εκείνο που μας κινεί το ενδιαφέρον (πολύ περισσότερο από τις χιλιοειπωμένες ένθεν κακείθεν  «αφηγήσεις»)  είναι μια νέα (και σε φάση διαμόρφωσης ακόμη) τάση, που δεν μπλέκει με τη σοβαροφάνεια που χαρακτηρίζει εν πολλοίς τις προσεγγίσεις που αναφέραμε παραπάνω, αντιθέτως  τραβάει τη συζήτηση και τα στερεότυπα για τα έιτις στην πιο μπρανκαλεονική εκδοχή τους, όχι όμως  για να τα απορρίψει ως φαιδρές ή «καταστροφικές» εκδηλώσεις μιας «καθυστερημένης» κοινωνίας, αλλά για να τα «υιοθετήσει» να τα  «αναπολήσει» και να τα συγκρίνει με το μνημονιακό σήμερα με τρόπο μάλιστα που η σύγκριση να καθίσταται «συντριπτική» για το παρόν. Χαρακτηριστικότερη εκδοχή όσων προείπαμε, αποτελούν τα χιλιάδες πλέον meme του τύπου «δεν ξέρω κι εγώ τι με ΠΑΣΟΚ, δεν ξέρω κι εγώ τι με ΣΥΡΙΖΑ».

 

Είναι αλήθεια ότι όλα αυτά έχουν χαρακτήρα σατιρικό, ειρωνικό, κωμικό, επιθεωρησιακό και ό, τι άλλο. Είναι όμως ακόμη περισσότερο αλήθεια, ότι κάποιες στιγμές τα όρια μεταξύ «τρολαρίσματος» και… γνήσιας νοσταλγίας καθίστανται τόσο ασαφή, που μπορούν να οδηγήσουν σε… πλήρη σύγχυση, ίσως  όχι τόσο αυτούς που σκαρφίζονται αυτά τα αστεία, όσο πολλούς από τους διαδικτυακούς «ακολούθους». Αυτό δείχνει να αποτελεί και τη δύναμή τους: Το ότι μοιάζουν να κινούνται σε μια «γκρίζα ζώνη» που είναι δύσκολο να εντοπιστεί το πού τελειώνει το τρανταχτό γέλιο και πού αρχίζουν τα «Ρε μπας και…».

 

Την πιο γνήσια έκφραση όσων περιγράψαμε, θα τη βρει κανείς στη φεϊσμπουκική σελίδα «Παλιό ΠΑΣΟΚ το Ορθόδοξο», η οποία τον τελευταίο καιρό αποτελεί ότι πιο «χοτ» κυκλοφορεί στην εγχώρια εκδοχή των κοινωνικών δικτύων. Με αριθμό «φαν» που έχει ξεπεράσει κατά πολύ το… κανονικό ΠΑΣΟΚ της Φώφης, η σελίδα μοιάζει να… απελευθερώνει μια δυναμική που αμφιβάλλουμε αν μπορούσαν να την προβλέψουν οι ίδιοι οι εμπνευστές της. Εκεί θα δει κανείς σε… όλο τους το μεγαλείο, από τη μια  την (ιδιότυπη…) πλάκα  και  τις επιτυχημένες ατάκες, αλλά και από την άλλη  το «μπέρδεμα» και την «αμηχανία» που προκαλεί αυτό το «νέο κύμα» επαναπροσέγγισης της δεκαετίας του ΄80.

 

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται κυρίως συμπολίτες μας γαλουχημένοι στα νάματα του αφόρητα βαρετού νοικοκυρίστικου συντηρητισμού, ο οποίος μάλιστα δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Διακατεχόμενοι από μια… περίεργη αίσθηση του χιούμορ, είναι ικανοί ακόμη και κάτω από αναρτήσεις  «Αν αναστηθεί ο Ανδρέας, θα βγούμε απ΄ το ευρώ και θα καταστήσουμε παγκόσμιο νόμισμα το… ανδρεοχίλιαρο» ή «Όταν έρθουμε στα πράματα, θα καθιερώσουμε ανάμεσα σε Παρασκευή και Σάββατο άλλη μια μέρα αργίας, τη Δήμητρα, για να γλεντάει ο κόσμος»  να σχολιάσουν κάτι σαν «Διαλύσατε τη χώρα και δεν βάλατε μυαλό, έξω από το ευρώ θα καταστραφούμε, ποιες αγορές θα εμπιστευτούν το ανδρεοχίλιαρο, ακόμα υπερασπίζεστε το πάρτι με τα δανεικά» και τα συναφή. Δεν λείπουν φυσικά και οι αυθεντικά μπετοναρισμένοι θρυλικοί πρασινοφρουροί, που επίσης θα κράξουν για άλλο λόγο: Τα χρυσά χρόνια της αλλαγής, δεν προσφέρονται για αστειάκια από λινάτσες και προβοκάτορες…

 

Αν όμως αυτοί είναι εύκολο να εντοπιστούν και να «κατηγοριοποιηθούν», τότε τι συμβαίνει με όλους τους (δεκάδες χιλιάδες)  άλλους και άλλες που ακολουθούν πιστά μια τρολοσελίδα που η ίδια μάλιστα… «αρνείται» ότι τρολάρει (και γιατί να μην  αρνηθεί όταν λίγες μέρες μετά την υπόδειξή της προς την Φώφη να φέρει πίσω τα παλιά στελέχη, εκείνη έσπευσε να προσκαλέσει πίσω στο σπίτι τον «άσωτο» ΓΑΠ) συνεχίζοντας από τη μια  να τραβάει το δούλεμα στα ακρότατα όριά του, κι από την άλλη να προκαλεί έστω και στην πλάκα (ιδίως μετά την εμφάνιση εκεί μέσα κάποιων Χειμωνάδων) απορίες «μήπως  το πάει κάπου πολύ  συγκεκριμένα τελικά;»

 

Αυτό που νομίζουμε ότι συμβαίνει, είναι ότι η «αχλύ» της πολυσυζητημένης και «αμφιλεγόμενης» -όπως διαρκώς αποκαλείται – δεκαετίας  (λες και μέσα στο πλαίσιο του κοινωνικού ανταγωνισμού υπάρχει περίοδος που να μην είναι αμφιλεγόμενη, ή να ήταν για όλους το ίδιο καλή ή κακή) εξακολουθεί να ασκεί τη δική της επίδραση στην ελληνική κοινωνία, ενισχυμένη μάλιστα με νέα ένταση στα χρόνια της μνημονιακής λαίλαπας και εκδηλωμένη ως ένα βαθμό έξω από τις καθιερωμένες μέχρι τώρα θεωρήσεις.

 

Αξίζει κάτι όλη αυτή η κουβέντα; Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς χωρίς να διατυπώσει μια άποψη για το «τι ήταν αρχικά και τι κατέληξε να είναι το ογδόντα» (ερώτηση που έχει απασχολήσει πολλούς και διάφορους, αλλά μάλλον όχι επαρκώς την επιστημονική έρευνα). Είναι πιο δύσκολο όμως, να επιχειρήσει κανείς να απαντήσει χωρίς να… χαωθεί σε μια καταιγιστική και εν τέλει απλώς περιγραφική απαρίθμηση και καταγραφή (πρωτοφανέρωτου ίσως)  πλήθους ονομάτων, τάσεων, εκδηλώσεων, συμπεριφορών, γεγονότων. Παρ΄ όλα αυτά  θα προβούμε σε μια απόπειρα προσέγγισης.

 

Μοιάζει άδικο να  μιλάει κάποιος  για τη δεκαετία του ΄80 ξεκινώντας με ένα χλωμό  «ναι μεν», προδίδοντας μάλιστα την αγωνία του να φτάσει γρήγορα γρήγορα στη διατύπωση ενός – εξαιρετικά βαρύτερου ως προς τη σημασία του σύμφωνα με τους «ναιμένηδες» – ΑΛΛΑ! Γιατί; Διότι τα πράγματα στο αρχικό τους  επίπεδο τουλάχιστον είναι αρκούντως απλά και ξεκάθαρα:

 

Πριν από όλα τα άλλα, τα έιτις είναι η πρώτη -πλήρης-  δεκαετία, ίσως από σύστασης του ελληνικού κράτους και πάντως σίγουρα κατά τον 20ο αιώνα, σχετικής εμπέδωσης της δημοκρατικής πολιτικής λειτουργίας, με ψιλονορμάλ εκλογική εναλλαγή κυβερνήσεων, η πρώτη δεκαετία χωρίς πολέμους, επιστρατεύσεις, πραξικοπήματα, αίμα. Πάμε να  ξετυλίξουμε το κουβάρι; 1909 στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί («προοδευτικού» – βενιζελικού χαρακτήρα). 1914-1917 ο λεγόμενος εθνικός διχασμός, με βίαιες συγκρούσεις των δυο μερίδων της νεότευκτης αστικής τάξης, δυο πρωτεύουσες και εισβολή «συμμαχικών» γαλλικών στρατευμάτων στον Πειραιά και την Αθήνα. 1922 κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου (έπειτα από 10 χρόνια εξαντλητικού φονικού  πολέμου που μετέτρεψε μια ολόκληρη γενιά σε κρέας για τα κανόνια), προσφυγική τραγωδία, «κίνημα» Πλαστήρα, δίκη των 6, εκτελέσεις, δικτατορία Πάγκαλου και λοιπά. 1932  χρεοκοπία, 1936  δικτατορία Μεταξά, 1940 – ΄50 πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος, Βαν Φλητ. 1951 στρατιωτικό κίνημα φιλοπαπαγικών αξιωματικών του ΙΔΕΑ, δίκες, εκτελέσεις, εξορίες, μετεμφυλιακό κράτος στα φόρτε του σε όλη τη δεκαετία. Για σίξτις και σέβεντις μιας και είναι πιο κοντινές περίοδοι, θα «αρκεστούμε» να πούμε ότι τα μισά χρόνια αμφότερων, η ελληνική κοινωνία τα βίωσε «στον γύψο»…

 

Είναι μάλλον προκατειλημμένος στην καλύτερη περίπτωση, όποιος ηθελημένα (αθέλητα μόνο από άγνοια μπορεί να γίνει) αφήνει απ΄ έξω όλη αυτή τη μεγάλη εικόνα ή την περνάει εντελώς στο ντούκου, προκειμένου να κεντράρει στον διχασμό (υπαρκτό, αλλά περίπου αστείο σε σχέση με ό,τι προηγήθηκε στο και κληρονομήθηκε από το παρελθόν) των «γαλάζιων και πράσινων καφενείων», στα «πλαστικά σημαιάκια»,στην «εκτόξευση του δημόσιου χρέους» (επίσης υπαρκτή, μα τελείως και σκοπίμως  μονοκόμματα παρουσιασμένη) αλλά και σε τόσα και τόσα άλλα υπαρκτά, λιγότερο υπαρκτά, κατασκευασμένα, υπερτονισμένα, υποτιμημένα «κακώς κείμενα» της εποχής.

 

Όταν επί παραδείγματι  ο Άδωνις με αφορμή το πρόσφατο γκάλοπ για το πόσο είναι ένα δισεκατομμύριο, μπουρδολογεί για «Το ΠΑΣΟΚ που στη δεκαετία του ΄80 κατάφερε να κάνει τον κόσμο αμόρφωτο σε αυτόν τον  βαθμό που είδατε»,είναι χιλιάδες οι τηλεθεατές (οι οποίοι έχουν αποφοιτήσει από την τριτοβάθμια εκπαίδευση ξεπερνώντας σε εγκύκλια μόρφωση και «τυπικά προσόντα» τους γονείς τους που βγάλανε το Λύκειο, οι οποίοι με τη σειρά τους είχαν ξεπεράσει τους  παρακολουθήσαντες μόνο μερικές τάξεις του δημοτικού παππούδες) που τους γυρνάνε τ΄ άντερα με αυτές τις εκτός πραγματικότητας παρλαπίπες που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις βιωμένες εμπειρίες των ίδιων.

 

Το αυτό  συμβαίνει και με κάθε ψευδοεπιχείρημα προερχόμενο από την μπάντα της μονοσήμαντης και αντιδραστικής δαιμονοποίησης των χρόνων του ΄80 και γι΄ αυτό οι προερχόμενες από αυτή τη δεξαμενή αναγνώσεις δεν καταφέρνουν να είναι πειστικές.

 

Σημαίνει αυτό, ότι οι αμιγώς νοσταλγικές διατυπώσεις περί «χαμένου παραδείσου» είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα; Η δική μας απάντηση είναι όχι. Κι αυτό γιατί αφήνουν απέξω το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος που διατυπώσαμε πρωτύτερα: «Πώς κατέληξε τελικά το ΄80″. Αν στο προηγούμενο σκέλος, διαπιστώσαμε την αδυναμία των βαθιά συντηρητικών προσεγγίσεων (που φαίνεται να μη βλέπουν τίποτα καλό ακόμη και στις -τυπικά ανήκουσες στα «καθήκοντα» των φιλελεύθερων – μεταρρυθμίσεις του οικογενειακού δικαίου, στη θέσπιση του πολιτικού γάμου, στη νομική αναγνώριση της ισότητας τω δύο φύλλων) να απαντήσουν, τότε στο συγκεκριμένο μπορεί κανείς να επισημάνει τις προβληματικές και μάλλον άστοχες απαντήσεις που δίνουν εν τέλει  τόσο οι «νοσταλγοί» όσο και οι «ναι μεν» από διαφορετική σκοπιά σε κάθε περίπτωση.

 

Οι πρώτοι, δηλαδή οι ελάχιστοι εναπομείναντες  καραμπινάτοι παλαιοκομματικοί πρασινοφρουροί, πρώην «ακικοί», πρώην αυριανιστές, σημερινοί αναγνώστες του «Καρφιού»  και τα ρέστα, στην πραγματικότητα δεν μπαίνουν σε κουβέντα: Τα πράγματα ήταν μια χαρά, ώσπου κάπου χάλασαν. Οι δεύτεροι, ορφανά του εκσυγχρονισμού, ποταμίσιοι, επίδοξοι αναδιοργανωτές της «κεντροαριστεράς», μεμονωμένες… προσωπικότητες, κύκλοι και λοιπά, «αναγνωρίζοντας» στα κλεφτά την αξία κάποιων τομών «που στην εποχή τους» (και μόνο) είχαν σημασία, επισημαίνουν μετά με τις ώρες  τις περιβόητες  «υπερβολές» σε μισθούς, παροχές, προνόμια, τους «σοσιαλιστικούς πειραματισμούς», τις «ιδεοληψίες», τα «χατίρια στις συντεχνίες» που τελικά υπονόμευσαν ως ένα βαθμό  και αυτό ακόμη το «θεάρεστο» έργο του εκσυγχρονισμού.

 

Αφήσαμε ως τώρα έξω από αυτή την καταγραφή απόψεων, την αριστερά και τις ποικίλες εκφάνσεις της, από τη μια γιατί χρειάζεται σίγουρα ένα ξεχωριστό σημείωμα και πάλι είναι αμφίβολο αν θα βγει άκρη (αναλογιζόμενοι τον μύλο που συνθέτουν το «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ», το  «αλλαγές βλέπω, αλλαγή δεν βλέπω» του θυμόσοφου Φλωράκη, η ανάλυση του 11ου συνεδρίου του ΚΚΕ που απεφάνθη ότι το ΠΑΣΟΚ είναι «σοσιαλρεφορμιστικό»,  άλλες απόψεις που έκαναν λόγο για  κόμμα του «μικροαστικού σοσιαλισμού», η συνεργασία των «δημοκρατικών δυνάμεων» σε δημοτικές εκλογές μέχρι πολύ πολύ αργά, ο ενιαίος συνασπισμός,  η συγκυβέρνηση της κάθαρσης με τη ΝΔ, η οικουμενική που ακολούθησε, βάλε κι από πάνω την «ανεμοδούρα» του Εσωτερικού, μάλλον θα το αναβάλουμε…) κι από την άλλη γιατί ίσως χρειαστεί να  πούμε παρακάτω κάποια πράγματα.

 

Η δική μας άποψη στο σκέλος «πώς κατέληξε το ΄80″ προσπαθεί να πάρει υπ΄ όψιν της το διαμορφωμένο πλαίσιο και τον περιώνυμο συσχετισμό δύναμης που καθορίζουν κάθε περίοδο. Αν η πιο πολυχρησιμοποιημένη λέξη στα «έιτις» είναι η «Αλλαγή», τότε καλό είναι να επισημάνουμε ότι η διαπιστωμένη απαίτηση για αλλαγή (υπέρ της οποίας ψήφισε στην ουσία πάνω από το 60% των ψηφοφόρων, περίπου δηλαδή όσο ψήφιζε «λαοκρατία» στη δεκαετία του ΄40 σύμφωνα με πλήθος συγκλινουσών ερευνών, όσο ψήφισε «νίκη του ανένδοτου» το ΄64 και τελικά – ρε κάτι… συμπτώσεις –  όσο ψήφισε «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα του 2015!) αφ΄ ενος μόνο ουρανοκατέβατη δεν ήταν, αφ΄ ετέρου δεν ήταν «δοσμένο» εξαρχής ότι θα εκφραστεί από το ΠΑΣΟΚ.

 

Το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου δεν έφτασε με αλματώδη ρυθμό στην κυβέρνηση γιατί «έκλεψε» τα συνθήματα της αριστεράς. Ούτε γιατί σύμφωνα με πιο συνωμοσιολογικές ερμηνείες ΄»είχε αβάντα από τον Καραμανλή» ή επειδή «εξυπηρετούσε τις στοχεύσεις του αμερικανικού παράγοντα». Αλλά γιατί κέρδισε στις τάξεις του το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της πρώιμης μεταπολιτευτικής ριζοσπαστικοποίησης μπαίνοντας για παράδειγμα  στους αγώνες των εργοστασιακών επιτροπών χωρίς επιφυλάξεις και δίνοντας σε όλο αυτόν τον κόσμο μια εξαιρετικά ελκυστική προοπτική: «Εδώ και τώρα»… Ήταν κυρίως πρόβλημα της αριστεράς (που ένα μεγάλο μέρος της  την έψαχνε σε πλατιές – και βουτηγμένες στη θολούρα –  συμμαχίες αντιδικτατορικής ενότητας)  αυτή η εξέλιξη κι όχι βέβαια του.. διαχρονικά «ανώριμου λαού» που διαλέγει τον «εύκολο δρόμο».

 

Το ότι το ΠΑΣΟΚ μάζεψε τη μερίδα του λέοντος της νέας πολιτικοποίησης, δεν σήμαινε ότι θα της έκανε και τα κέφια βέβαια. Οι καρατομήσεις και οι διαγραφές των «αριστεριστών» έδειξαν από νωρίς που σκοπεύει να το πάει το «Κίνημα». Εκεί που το πήγε τελικά! Στη μαζικοποίηση και την εκλογική νίκη ενός κόμματος από αυτά που στα πρώτα χρόνια της τρίτης διεθνούς αποκαλούνταν «αστικά – εργατικά». Κόμματα δηλαδή αστικά στην ηγεσία και εργατικά στη βάση να το πούμε κάπως σχηματικά. Όποιος  βλέπει στο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ μόνο τις μεγαλοστομίες για «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» και όχι τη διακηρυγμένη ήδη από τις προεκλογικές ομιλίες του ΄81 «χείρα φιλίας» στο μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο, αρκεί αυτό να αποβάλει τις «αεριτζίδικες» συνήθειές του, είναι μοιραίο να χάνει το δάσος.

 

Εκεί  στα τέλη της δεκαετίας του ΄70 ακόμη,μέσα σε παραχωρηθείσες σε ανύποπτο χρόνο δηλώσεις, σαν αυτές του Θεόδωρου Πάγκαλου «Στοχεύουμε στη δημιουργία μιας νέας, σύγχρονης αστικής τάξης», μέσα σε υπαινικτικές  υποσχέσεις ότι θα μπει πλάτη σε «νέα τζάκια», βρίσκεται το κλειδί που δίνει την απάντηση στο πώς (αλλά και στο γιατί) κατέληξε με τον τρόπο που κατέληξε το ΄80: Γιατί τα «νέα τζάκια» προϋπέθεταν Κοσκωτάδες. Γιατί οι υπερπατριωτικές κορόνες «Βυθίσατε το Χόρα» και «θα εξοπλιστούμε σαν αστακοί» σήμαιναν ακατάσχετη αιμοραγία των δημόσιων ταμείων για «αγορές του αιώνα», για υπερβολικές  στρατιωτικές δαπάνες και συνακόλουθες υπουργικές μίζες. Γιατί η «νέα σύγχρονη αστική τάξη» απαιτούσε από τη μια  να καθαρίσει το κράτος με διοχέτευση πακτωλού  δισεκατομμυρίων δραχμών για δάνεια και αποζημιώσεις,  το τοπίο των προβληματικών και από την άλλη να επιβληθεί λιτότητα. Γιατί τα κρατικά δάνεια σε δολάρια που σε μεγάλο βαθμό είχαν να κάνουν με την εκ μέρους του Δημοσίου καταβολή της «λυπητερής» για την αποτυχημένη διαχείριση  των «προβληματικών» εκ μέρους της ιδιωτικής «επιχειρηματικότητας» (παρά την άφθονη και… ψιλοάτοκη χρηματοδότηση  που είχε απολαύει προηγουμένως η τελευταία από τις τράπεζες), έπρεπε να ξεπληρωθούν στο πολλαπλάσιο όταν οι ΗΠΑ αποφάσισαν να σκληρύνουν τη νομισματική τους πολιτική, ενώ κάτι παρόμοιο συνέβη και με τα έντοκα κρατικά ομόλογα, τα επιτόκια των οποίων πήραν – όπως ήταν αναμενόμενο – απότομη ανηφόρα μετά την απελευθέρωσή τους γύρω στο 1986.

 

Και παρακάτω, δεν ήταν μόνο αυτά που συνέθεταν τη «σκοτεινή πλευρά» όχι του φεγγαριού, αλλά του… «πράσινου ήλιου». Άλλη μια σημαντικότατη παράμετρος της κατάληξης του «πολιτικού ΄80″ είναι το γεγονός ότι κάθε πρωτοβουλία που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι φέρει προοδευτικό κοινωνικό πρόσημο (αυξήσεις για το πραγματικό αντίκρυσμα των οποίων θα πούμε στη συνέχεια δυο λόγια, ΕΣΥ, επέκταση του εκδημοκρατισμού) δεν έμεινε απλά στη μέση, αλλά μάλλον εγκαταλείφθηκε πολύ γρήγορα μετά τα πρώτα διστακτικά βήματα, για να πνιγεί εντελώς  στη συνέχεια (μιας και δεν υπήρχε καιρός για τέτοια) στις αναθυμιάσεις που ανέδιδε ένα νοσηρό κοινωνικοπολιτικό κλίμα σκανδάλων, κατάπτωσης του πολιτικού λόγου σε επίπεδο «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών», χυδαίου αυριανισμού, σκοτεινών φυσιογνωμιών, καταγγελιών για παρακολουθήσεις τηλεφώνων, Κουτσονόμων, κομματικών καθεστωτικών πρακτικών που σε επόμενη φάση (επί «εκσυγχρονισμού» όταν και γιγαντώθηκαν) συμπυκνώθηκαν στο ευρηματικό σύνθημα «Κόμμα – Κράτος – Θόδωρος Τσουκάτος».

 

Μπέρδεμα. Ρε μήπως έχουν δίκιο τελικά όσοι ζωγραφίζουν με τις πιο μελανές πινελιές εκείνη την εποχή και τη θεωρούν πηγή όλων των δεινών κι επομένως  εδώ τελειώνει κάθε σχετική συζήτηση;

 

Πριν απαντήσει κανείς, οφείλει κατά τη γνώμη μας να λάβει υπ΄ όψιν του ποια από τα ποικίλα χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου είναι αυτά που κυρίως – για την ακρίβεια περίπου αποκλειστικά – «καταγγέλονται» και «καταδικάζονται» από τον κυρίαρχο λόγο. Γιατί  αυτά που ακούμε νυχθημερόν δεν αφορούν μια κριτική που να  καυτηριάζει την αναντιστοιχία λόγων και έργων της «Αλλαγής» από εργατική λαϊκή σκοπιά ή  που να  επισημαίνει ότι ήταν εγγεγραμμένες στον «πολιτικό γενετικό κώδικα» (και δεν οφείλονται σε μεταγενέστερη «μετάλλαξη») του  ΠΑΣΟΚ οι επιλογές για ενδοσυστημική διαχείριση με κάποιο ανακάτεμα της τράπουλας που θα ΄φερνε στο προσκήνιο μια νέα «σύγχρονη και δυναμική» άρχουσα τάξη που θα «ανέπτυσσε» τη χώρα, εξασφαλίζοντας οφέλη «για όλους»,κι ας κυριαρχούσαν στο μιλητό οι κενολογίες για «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό» με πολιτικό υποκείμενο τη διαταξική συμμαχία των «μη προνομιούχων» (που εξ ορισμού μπορεί να περιλαμβάνει και «μη προνομιούχους» σε σχέση με ανταγωνιστές τους, τραπεζίτες και βιομήχανους…)

 

Αντιθέτως, αυτά που ακούμε, είναι τα γνωστά αναμασήματα. Η «χαμένη δεκαετία» ήταν τέτοια, γιατί κυριάρχησε ο «ιδεοληπτικός κρατισμός». Κουβέντα βέβαια για το ότι η πρωτοπασοκική πολιτική των ψευδεπίγραφων «κοινωνικοποιήσεων» επί της ουσίας δεν ήταν «ρήξη», αλλά συνέχιση ως επί το πλείστον  της κατηγορηθείσας ως «σοσιαλμανούς» (αχαχούχα)  πολιτικής των μεταπολιτευτικών  κυβερνήσεων  Καραμανλή του πρεσβύτερου που είχε προβεί σε κρατικοποιήσεις (κάθε άλλο παρά… σοσιαλιστικού χαρακτήρα βέβαια) της Ολυμπιακής,των  διυλιστηρίων Ασπροπύργου, του  Ομίλου Ανδρεάδη κ.ά. «Σήμερα πληρώνουμε τις αλόγιστες σπατάλες, τις υπερβολικές παροχές και τα προνόμια στις συντεχνίες» λένε οι «φιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές». Κι ας «μαζεύτηκε» ασκαρδαμυκτί αυτή η «αναδιανεμητική» πολιτική πριν ακόμη τελειώσει η πρώτη πράσινη  τετραετία, χωρίς μάλιστα  οι αυξήσεις να καλύψουν τις προγενέστερες απώλειες, κι ενώ ήδη η κατάργηση της ΑΤΑ, ο καλπάζων πληθωρισμός και η πραγματοποιηθείσα από το ΄83 ακόμη υποτίμηση, τις είχε εν πολλοίς μετατρέψει σε κομφετί.

 

Σε τι βάση να συζητήσει κανείς μετά με όλους αυτούς, που απλώς αποτελούν τα μεγάφωνα (άντε ας μην τους πούμε και φερέφωνα) των επιδιώξεων του ΣΕΒ και άλλων μεγαλόσχημων «συντεχνιών» (αύξηση της «ανταγωνιστικότητας» με τσάκισμα μισθών, συντάξεων, εργατικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων) όπως αυτές οι επιδιώξεις διατυπώνονται ήδη από τα μέσα του ΄70(!), δηλαδή πολύ πριν από την έλευση της «χαμένης δεκαετίας»…

 

Ε, με τέτοια επιχειρήματα, όχι μόνο δεν θα συμπαραταχθούμε, αντιθέτως γελάμε κιόλας όταν ο κόσμος τους παίρνει στο μεζέ και απαντάει στα λεγόμενά τους με περιποιημένα σχόλια τύπου » Ζήτω τα  μπουζούκια, τα πιάτα, η βάτα κι η λαμέ γραβάτα» ή «Πού είναι εκείνα τα Χριστούγεννα που ο πατέρας τσίμπαγε κοντά 2 μιλιόνια δραχμές  μαζί με το δώρο από τη ΔΕΗ και τρώγαμε καμήλες γεμιστές με αρνιά γεμιστά με γαλοπούλες».

 

Γίνεται εύκολα φανερό ότι αυτό που κυρίως επιδιώκεται να «ξορκιστεί» από όλη τη μεταπολίτευση βασικά και συνεπώς και από τα  έιτις ως κεφάλαιό της, είναι το «κακό προηγούμενο» των αγώνων που έφεραν στους εργαζόμενους  τα -χιλιοσυκοφαντημένα απ΄ τον κυρίαρχο λόγο – κεκτημένα. Είναι εύλογο ότι το νόημα της δαιμονοποίησης του ΄80 δεν είναι να χτυπηθεί ο αποδημήσας προ 21 ετών, Ανδρέας Παπανδρέου. Στόχος είναι να μπει «με ένεση» στο κεφάλι του κόσμου η «αδιαπραγμάτευτη» πραγματικότητα ότι οι «υπερβολικές» διεκδικήσεις κι απαιτήσεις, ακόμη κι όταν ικανοποιούνται από «λαϊκιστές δημαγωγούς» έχουν μόνο πρόσκαιρα θετικά αποτελέσματα και στο τέλος καταλήγουν να πληρωθούν δέκα κι εκατό φορές παραπάνω. Γι΄ αυτό είναι καιρός να αφήσουμε πίσω κάθε «αυταπάτη» για κατακτήσεις και αγώνες, και να εφαρμόσουμε στο ακέραιο τις υποχρεώσεις μας απέναντι στους «εταίρους», σώζοντας τη χώρα από το βάραθρο στο οποίο οδηγήθηκε από  την «αριστερή ιδεοληψία»… Αυτό πάνω κάτω μας φαίνεται να ΄ναι όλο το ζουμί του «αναστοχασμού» που προτείνεται με αφορμή και την έκθεση για το ΄80 από μια σειρά mainstream διατυπώσεις.

 

Νομίζουμε ότι έχουμε να αντιπαρατάξουμε τον δικό μας αναστοχασμό. Αυτόν, που δεν πειράζει κιόλας αν αναπολεί λίγο περισσότερο την εποχή που το μαζικό  κίνημα έσπαγε την ΠΑΣΚ και  «σκούπιζε» με συνοπτικές διαδικασίες τον υπουργό Σημίτη και τη δικής του εμπνεύσεως λιτότητα, παρά εκείνη που λουστήκαμε τον προαναφερθέντα για οκτώ χρόνια στην πρωθυπουργία. Αν του ξεφεύγει δηλαδή  και κανένα νοσταλγικό μελαγχολικό  χαμόγελο, όταν συγκρίνει την πολύβουη, φασαριόζα, πληθωρική, γεμάτη,  αμετροεπή, «διαστημική», πλούσια, βρίθουσα αναμνήσεων, «καλτ», «κιτς», μπουρλέσκ, λιγάκι χαζοχαρούμενη αλλά και λίγο βλαμμένη σε κάποιες αισθητικές και καλλιτεχνικές της εκφράσεις και  αδιαλείπτως » πολλά υποσχόμενη» εποχή, με τη σημερινή σχεδόν δυστοπική θλιβερή βουβαμάρα.

 

Φτάνει να μην περιορίζεται στα παραπάνω και να μην αρκείται να μονολογεί «πού πήγαν ρε φίλε αυτά τα ωραία χρόνια, να μπορούσαμε να τα ξαναζήσουμε» κι άλλα τέτοια… μεταφυσικά. Αλλά να πρόκειται για αναστοχασμό που θα τονώνει την αυτοπεποίθηση και την αποφασιστικότητα για δράση τέτοια που θα καταφέρει να βγάλει όλη τη χειμαζόμενη κοινωνία συλλογικά (επομένως και την καθεμιά και τον καθένα ξεχωριστά) από το βαθύ πηγάδι της πολύχρονης πολυεπίπεδης παρακμής, στο ξέφωτο μιας ελπιδοφόρας, νικηφόρας προοπτικής, ελκυστικότερης κι ανώτερης από ότι μέχρι σήμερα επιδιώχθηκε, για να παραδοθεί όμως  την κρίσιμη στιγμή η υλοποίησή του σε «χαρισματικούς ηγέτες»  οι οποίοι εν τέλει το πέταξαν στο καλάθι   των αχρήστων είτε λίγο αργότερα (όταν το ημερολόγιο έδειχνε 1981) είτε με το πρώτο (όταν το ημερολόγιο έδειχνε 2015…)

 

 

 

 

«ΒΟΛΤΑ» ΣΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ «GR 80’s Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΄80 ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΟΠΟΛH»   

Μπορεί στο κείμενο της ανάρτησης να περιοριστήκαμε στο «πολιτικό ΄80″, αλλά τα «γκρικ έιτις» αδυνατούν να στριμωχτούν σε τέτοιου είδους περιορισμούς. Πέρα από όσα γράψαμε, το ΄80 έχει να αναδείξει – όπως προείπαμε στο κείμενο –  ένα ανεπανάληπτο ίσως πλήθος τάσεων, εκδηλώσεων, μορφών μαζικής κουλτούρας, σημαινόμενων, καλλιτεχνικών εκφράσεων, τεχνολογικών, κοινωνικών, πολύμορφων  εξελίξεων σε μια σειρά επίπεδα, που η καταγραφή του, από τη μια θα ήταν too much έπειτα από ένα τόσο εκτενές κείμενο και από την άλλη ό,τι και να συμπεριελάμβανε, τόσα κι άλλα τόσα κι άλλα τόσα θα έμεναν απ΄ έξω. Αρκεστήκαμε λοιπόν στην παρουσίαση φωτογραφικών καρέ  από εκθέματα που μας κάνανε εντύπωση καθώς ενημερωνόμαστε για την έκθεση, την οποία μέχρι στιγμής δεν έχουμε επισκεφτεί. Ντάξει, αν καταφέρουμε να την επισκεφτούμε, το κείμενο με τις εντυπώσεις, τον σχολιασμό και τις εκτιμήσεις για το σε ποιον από τους δυο «αναστοχασμούς» που αναφέραμε παραπάνω «γέρνει» περισσότερο μάλλον δεν θα ΄χει προηγούμενο σε έκταση, αμπελοφιλοσοφία, λογοδιάρροια… (Πηγές των φωτογραφιών είναι οι ιστότοποι thetoc.gr, lifo.gr, naftemporiki.gr).

 

dekaetia80galis

Εν αρχή ην ο χρυσοδάκτυλος «γκάνγκστερ». Μπορεί στο κείμενο να αναλωθήκαμε στα πολιτικά, παρ΄ όλα αυτά εκείνα που πριν και πάνω απ΄ όλα κωδικοποιούνται όταν ακούμε ΄80 εξακολουθούν να είναι: Γκάλης, Ευρωμπάσκετ, Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, τίρι ρίρι (ενν. «The Final Countdown»).

 

 

 

dekaetia80eurobasketimitelikoseisitirio

Το εισιτήριο του ημιτελικού Ελλάδα- Γιουγκοσλαβία… Αν γράψουμε οτιδήποτε περισσότερο, το ένα θα φέρει τ΄ άλλο και η λεζάντα θα γίνει διήγημα.

 

 

 

 

 

 

dekaetia80diamerisma

Το «καθιστικό/σαλόνι» του «διαμερίσματος εποχής» που στήθηκε για τις ανάγκες της έκθεσης. Μοιάζει μοιάζει… Λείπουν τα σεμέν όμως. Εκτός αν στην πόλη είχαν ήδη καταργηθεί. Υπήρχε και η πολυσυζητημένη ψαλίδα πόλης – υπαίθρου τότε…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

dekaetia80allagiekloges

Εκλογές «Αλλαγής».

 

dekaetia80ekloges85

Εκλογές ΄85. Αριστοκράτης Ζάχος vs Γιάννη Μόρτζου, τηλεοπτικού Χατζημανουήλ… Moreover, όλα τα λεφτά η παμφλέτα «Γιατί ψηφίζω ΚΚΕ Εσωτερικού»! Ποιος σε ρώτησε ρε φίλε;

dekaetia80liani

No comment.

dekaetia80joankollinsplayboy

Πρώτο τεύχος του ελληνικού playboy με εξώφυλλο τη δημοφιλέστατη λόγω «Δυναστείας» Τζόαν Κόλινς. Ακολούθησε η ιλουστρασιόν έκρηξη των περιοδικών λάιφ στάιλ με τη γνωστή θριαμβευτική κατάληξη αφού μας ζάλισαν κανά δυο δεκαετίες για το τι πρέπει οπωσδήποτε να έχουμε κάνει μέχρι τα 25, τα 30, τα 35 και ούτω καθ΄ εξής…

dekaetia80kalyterapapaki

Έκθεμα διττής σημασίας. Παρουσιάζει ένα δημοφιλές μεταφορικό μέσο της εποχής, κι επίσης θυμίζει την – κλασική πια – πασοκτσήδικη απάντηση στη δέσμευση της ΝΔ για φθηνότερα Ι.Χ: «Καλύτερα παπάκι, παρά τον Μητσοτάκη»…

 

dekaetia80sxolika

Δεν «μυρίζεις» την καινουριάδα της πλαστικούρας που θα σε συνοδέψει έπειτα από ένα ξένοιαστο καλοκαιράκι σε μια νέα σχολική χρονιά; Μπρρρρρρρρρρρ…. Έλα, πάει, πέρασε τώρα.

 

dekaetia80teleytaiospeirasmos

Τα «Χυτήρια» του ΄80…

dekaetia80kentropolitismou

«Όνειρα και όνειρα πήγανε χαμένα»… Κι ο Μάκης έιτις είναι βασικά!

 

dekaetia80plastikasimaiakia

Τα διαβόητα πλαστικά σημαιάκια…

dekaetia80kapsimofakelon

«Της εθνικής συμφιλίωσης το κάψιμο». Οι φάκελοι στην πυρά από τη συγκυβέρνηση ΝΔ/ΣΥΝ και μαζί τους ένα μεγάλο κομμάτι – ενοχλητικής – σύγχρονης ιστορίας γίνεται στάχτη.

dekaetia80krystallis

Πολυπράκτορας Κρυστάλλης, αντιτρομοκρατικά κυνήγια μαγισσών, φήμες, κυπατζίδικοι ψίθυροι, συνήθεις ύποπτοι. Σκοτάδια…

dekaetia80onned

ΟΝΝΕΔ – ΟΝΝΕΔ-ΜΟΝΟΜΑΝΙΑ… Σαράντα χρόνια τα ίδια και τα ίδια.

dekaetia80afthaireto

Μετράει και για εμπορικά κέντρα;

dekaetia80aris

Πρώτη (και μόνη μέχρι στιγμής) σοβαρή ένσταση. Ο πρωταθλητής ΑΡΗΣ στο φάιναλ φορ, με φωτογραφία από εγχώριο ματς πλέι οφ πρωταθλήματος του 1992 με αντίπαλο τον ΠΑΟΚ στο οποίο ο Γιαννάκης συγχαίρει τον Πρέλεβιτς για τη νίκη της ομάδας του. Δεν λέμε ότι έγινε σκόπιμα, αλλά τα προσέχουν αυτά κ.κ. διοργανωτές, γιατί κάποιοι τρελαμένοι ερασιτέχνες ιστοριοδίφες τα εντοπίζουν. Κι ακόμη, πόσο ψάξατε για να βρείτε φωτογραφία από ΑΡΗΣ – ΠΑΟΚ με νικητή τον ΠΑΟΚ στα late 80’s – early 90’s?

dekaetia80fanzinaneksartitaperiodika

Φανζίν, εναλλακτικά ανεξάρτητα περιοδικά, ιδεολογικές ζυμώσεις.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Επιτρέπονται τα εξής στοιχεία και ιδιότητες HTML: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑΣ…


Ετοιμάζεται το επετειακό για τα τριαντάχρονα του Ευρωμπάσκετ και την καταιγιστική (και σε μεγάλο βαθμό άσκοπη) πολυλογία που συνόδευσε την επέτειο.

Επειδή ερωτήθημεν σχετικώς, απαντάμε.

… KAI SOUNDTRACK ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ